Κριτικές

Κριτική του Λέανδρου Πολενάκη από την Αυγή, για ” Το Γλυκό πουλί της νιότης “

ΑΥΓΗ, 15/2/2016

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ

Τα βήματα των Ερινύων

Το «Γλυκό πουλί της νιότης» (1959) είναι ένα από τα ποιητικότερα και συνάμα τα πιο πολιτικά έργα του Τέννεση Ουίλλιαμς. Tα πιο πάνω κρύβονται προσεκτικά πίσω από μια μάσκα ωμού ρεαλισμού. Η μυωπική λογοκρισία του υστερικού αντικομμουνιστικού μακαρθισμού, παρότι ενοχλήθηκε από το έργο, δεν μπόρεσε να στοιχειοθετήσει εναντίον του συγγραφέα τη γνωστή κατηγορία. Οργισμένη, επιτέθηκε εναντίον του τότε εξαπολύοντας κύματα λάσπης, χαρακτηρίζοντάς τον «ανήθικο» ή «βρώμικο» συγγραφέα.

Μια καλά οργανωμένη εκστρατεία εναντίον του πέρασε τα σύνορα των ΗΠΑ και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη τρομοκρατώντας τους καλούς αστούς ότι, αν έρθουν σε επαφή με αυτό ειδικά το έργο του, κινδυνεύουν να κολλήσουν δεν ξέρω ποιαν διανοητική «ασθένεια».

Η χώρα μας δεν έμεινε ανέγγιχτη από αυτήν τη λάσπη. Μπορώ να μαρτυρήσω ότι το «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν, που πρωτανέβασε στην Ελλάδα το έργο στα 1959 με την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, τον Γιάννη Φέρτη, τον Κώστα Μπάκα κι άλλους σπουδαίους συντελεστές, πλήρωσε ακριβά την τόλμη του χάνοντας ένα μέρος του συντηρητικού αστικού κοινού, που του γύρισε την πλάτη.

Παράλληλα, στον προοδευτικό χώρο, επικράτησε να θεωρείται ο Ουίλλιαμς ως ένας απολιτικός συγγραφέας που δεν κρατάει καθαρή, σκληρή κριτική στάση απέναντι στην έλλειψη ανοχής της αμερικανικής κοινωνίας. Απλώς, αραιά και πού, από ένα άρρωστο βίτσιο ή ίσως για να μας μπερδέψει, καταγγέλλει ως ψευδές το «αμερικάνικο όνειρο». ΄Οπως π.χ. στο κορυφαίο του επίτευγμα, το σπάνια παιζόμενο «Καμίνο Ρεάλ».

Για το «Γλυκό πουλί…» διατυπώθηκε παλιότερα η άποψη (Μάριος Πλωρίτης) ότι «αληθινός πρωταγωνιστής του έργου είναι ο χρόνος, που ερημώνει και λεηλατεί τη ζωή». Σίγουρα, αλλά ο φυσικός χρόνος μόνος του, γυμνός από τα ιστορικά συμφραζόμενα, δεν συνιστά «αμαρτία» του ανθρώπου. Χρειάζεται γι’ αυτό και την κοινωνική ένδυσή του, που φέρουν διακριτά όσοι τον εκμεταλλεύονται και όσοι τον υφίστανται.

Αφέντες και δούλοι δεν εξισώνονται σε αυτό το έργο υπό την κοινή μοίρα της φθοροποιού χρονικότητας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Το έργο εν τέλει συνιστά μια καταλυτική, ενσυνείδητη καταγγελία της αμερικανικής ταξικής κοινωνίας εκθέτοντας τραγικά τη μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό, την απληστία, την ανοησία, την υποκρισία, τον φασισμό της… Όλα κρυμμένα πίσω απ’ τη βιτρίνα μιας «ηθογραφίας», υπό το ψευδές προσωπείο του «πανδαμάτορος χρόνου»…

Το πολιτικό στίγμα του έργου αναδεικνύει, για πρώτη ίσως φορά στην Ελλάδα, τόσο άμεσα η παράσταση στο θέατρο «Άλμα», στη δοκιμασμένη απόδοση του Μάριου Πλωρίτη, σε σκηνοθεσία της Αναστασίας Ρεβή, με τα κατάλληλα σκηνικά – κοστούμια της Μάιρας Βαζαίου, τους λειτουργικούς φωτισμούς του Γιάννη Κατσαρή και την αρμόζουσα μουσική επιμέλεια της Ζηνοβίας Αρβανιτίδη.

Η ικανή σκηνοθέτιδα πιάνει από τις δύο άκρες το αλληγορικό προπέτασμα του έργου και το ξηλώνει κυριολεκτικά με μία κίνηση, για να ακούσουμε την υπόκωφη βοή, «τα βήματα των Ερινύων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης. Μια παράσταση «καθαρή», προσεγμένη ως σύνολο αλλά και σε όλες τις λεπτομέρειες, με εξαιρετικά διδαγμένους ρόλους και με το ευρηματικό, εμβόλιμο κλοουνίστικο σκηνικό ιντερμέδιο να δένει ως «μαγιά» τα επί μέρους.

Η Κατερίνα Μαραγκού (Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο) κάνει μια εκ βαθέων προσωπική κατάθεση – μαρτυρία. Ο Όμηρος Πουλάκης (Τσανς) δίπλα της δίνει αυτόνομα και αυτόφωτα τη δική του εξίσου προσωπική μαρτυρική κατάθεση. Ο Μπος Φίνλεϋ του Αργύρη Γκαγκάνη εντυπωσιακά πυκνός και συμπαγής ως εικόνα και ως λόγος. Ο Νικόλας Παπαδομιχελάκης είναι ανατριχιαστικά αιχμηρός -και επίκαιρος- τόσο στο ιντερμέδιο όσο και στον ρόλο του Τομ. Η Αγγελική Μητροπούλου συνδυάζει αποτελεσματικά το γήινο και το υπερβατικό στοιχείο της Χέβενλυ. Οι καλοί Λευτέρης Βασιλάκης και Βέφη Ρέδη συμπληρώνουν τη διανομή.

 

Κριτική του Αναστάσιου Τσομπανίδη από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, για ” Το Γλυκό πουλί της νιότης “

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5/2/2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΤΣΟΜΠΑΝΙΔΗΣ

Το ανέβασμα ενός διαχρονικού θεατρικού έργου αντιμετωπίζει σχεδόν πάντοτε προκλήσεις είτε σε επίπεδο σκηνοθετικής ματιάς είτε σε επίπεδο υποκριτικής σε σχέση με την ζώσα πάντοτε πραγματικότητα.

Στο ανέβασμα του θεάτρου ΑΛΜΑ η σκηνοθέτης Αναστασία Ρεβή ακολουθεί τα κλασσικά μοτίβα με την θεματολογία του έργου να συμβολίζει άμεσα την υφή των θεατρικών χαρακτήρων του Charles Wayne (Ομηρος Πουλάκης) και της Alexandra de Lago (Κατερίνα Μαραγκού).

Και οι δύο σύμβολα της νεότητας από την μία και της φθοράς από την άλλη αντιμετωπίζουν τον αδηφάγο μηχανισμό του χρόνου. Ετσι μέσα από την πολυτάραχη ζωή τους βλέπουν τον ερωτισμό ως την μόνη, έστω και φευγαλέα όαση, στην οποία προστρέχει η ύπαρξή τους. Ιστορική η εποχή στην οποία ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την δημιουργία του αφού στα τέλη της δεκαετίας του 50μ έχουμε την γέννηση της βιομηχανίας ονείρων του Hollywood και την διάχυση των ναρκωτικών στην κοινωνία.

Σχετικά ικανοποιητική η υποκριτική του Ομήρου Πουλάκη ενώ η σημαντική εμπειρία της Κατερίνας Μαραγκού τις έδωσε την δυνατότητα να αφήσει το στίγμα της στο σανίδι. Ξεχωρίσαμε επίσης και τον Νικόλα Παπαδομιχελάκη ιδιαίτερα για το έξοχο βουβό νούμερό του με την συνοδεία της αμερικάνισης σημαίας στην αρχή του β΄μέρους. Επίσης πολύ αρμονικές οι μουσικές επιλογές της Ζηνοβίας Αρβανιτίδη που έντυσαν με νοσταλγία αλλά και γλυκούς ρυθμούς τα δρώμενα της παράστασης.

Τέλος η σημαντική συμμετοχή του κόσμου μαρτυρεί και την αναγνώριση της δουλειάς τόσο των πρωταγωνιστών της παράστασης όσο και των υπόλοιπων σκηνών του θεάτρου.

 

Κριτική της Τζωρτζίνας Σταματάκου από το neolaio.gr, για ” Το Γλυκό πουλί της νιότης”

Neolaia.gr, 15/12/2016

ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ

Το Γλυκό Πουλί της Νιότης του Τένεσι Ουίλιαμς παρακολουθήσαμε στο θέατρο Άλμα την Παρασκευή που μας πέρασε.

Ήρωές του ο Τσανς Γουέην και Αλεξάνδρα ντε Λάγκο, δύο από τους γνωστότερους και πιο αγαπημένους ήρωες του θεάτρου. Η ιστορία εκτυλίσσεται στον αμερικάνικο Νότο τη δεκαετία του 50, μέσα στο αποπνικτικό κλίμα του αμερικάνικου συντηρητισμού, των διακρίσεων και των απαγορεύσεων. Δύο άνθρωποι φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετοι έρχονται κοντά και εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλον τις ιστορίες τους. Από την μία πλευρά, η Αλεξάνδρα ντε Λάγκο, ή αλλιώς Πριγκίπισσα, απόλυτη σταρ του Χόλυγουντ των προηγούμενων δεκαετιών, η οποία έρχεται πλέον αντιμέτωπη με το πέρασμα του χρόνου και τα αμείλικτα σημάδια που αυτός αφήνει στο αψεγάδιαστο άλλοτε πρόσωπό της. Η καριέρα της πια βρίσκεται στη Δύση της, θύμα των αυστηρών κανόνων της παροδικής φήμης και της δόξας, που περιθωριοποιεί οτιδήποτε χάνει την φρεσκάδα της πρώτης νιότης. Από την άλλη πλευρά, ο νεαρός Τσανς, επαγγελματίας ζιγκολό και τυχοδιώκτης, ο οποίος κυνηγά φιλόδοξα την πολυπόθητη δόξα των ηθοποιών του Χόλυγουντ, πρόθυμος να θυσιάσει τα πάντα, προκειμένου να εκπληρώσει την επιθυμία του για αναγνώριση. Οι δύο αυτοί άνθρωποι αναμετρώνται, μέσα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου του Νότου, και συγκρούονται με την ματαίωση των ονείρων τους, τις αισθήσεις και τις παραισθήσεις, δοσμένοι στο αλκοόλ και τις παράνομες ουσίες.

Η Κατερίνα Μαραγκού, έμπειρη πρωταγωνίστρια με μεγάλο θεατρικό ρεπερτόριο, στο ρόλο της παρακμασμένης σταρ, απέδωσε όλη την εύθραυστη ψυχολογία, τον τρόμο του χρόνου, την ματαίωση και την κατά μέτωπο σύγκρουση με την σκληρή πραγματικότητα. Ο Όμηρος Πουλάκης ως Τσανς εξέφρασε την επιπολαιότητα, την ανηθικότητα, την ονειροπόληση και την παρορμητικότητα της νιότης. Εξαιρετικός και ο Αργύρης Γκαγκάνης στο ρόλο του Μπος Φίνλεϊ, του παραδοσιακά συντηρητικού αμερικάνου πολιτικού και οικογενειάρχη, ο οποίος απεχθάνεται οτιδήποτε απεγκλωβίζεται από τον κώδικα του καθωσπρεπισμού και κάθε τι που δεν συμβαδίζει με το πρότυπο του καλού, λευκού, πιστού αμερικάνου. Η Αναστασία Ρεβή, καλλιτεχνική Διευθύντρια του Theatre Lab Company , ανέλαβε την σκηνοθεσία της παράστασης, καταφέρνοντας να μεταφέρει τον θεατή μέσα στο χωροχρόνο. Πράγματι, βρεθήκαμε στον αμερικανικό νότο του 1959 και γίναμε μάρτυρες μίας νοσηρής πραγματικότητας, που συνοψίζεται στο μότο «God bless America». Η μουσική επένδυση της παράστασης ήταν απολαυστική, με πλήθος αγαπημένων και κλασικών τραγουδιών των δεκαετιών εκείνων.

Ποιος μπορεί τελικά να νικήσει το χρόνο; Αυτό αναρωτιέται ο ήρωας της παράστασης και αυτό είναι και ένα από τα κεντρικά ζητήματα του έργου. Όλοι είμαστε έρμαια της αδιάκοπης πορείας προς την δύση και το γλυκό πουλί της νιότης σύντομα πετά μακριά, απογυμνώνοντας τις φοβίες και τις ανασφάλειες μας.

Ένα έργο σταθμός στην ιστορία του θεάτρου που δύσκολα αφήνει κάποιον ασυγκίνητο. Μία ατμόσφαιρα ζοφερή, γεμάτη πρέπει και κανόνες, μία νοοτροπία αποστειρωμένη μίας ολόκληρης εποχής, η ανελευθερία των μειονοτήτων, των γυναικών, των αφροαμερικάνων και όσων δεν κατόρθωσαν σε αυτή τη ζωή να επιτύχουν αυτά που η κοινωνία απαιτεί πεισματικά, ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας.

Μην την χάσετε αυτή την παράσταση. Συνδυάζει καλούς ηθοποιούς, άψογη σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια στο έργο ενός συγγραφέα-σταθμού, προσφέροντας ένα άρτιο καλλιτεχνικά αποτέλεσμα.

Must.

 

Κριτική της Νατάσα Χασιώτη από το GreelStageReview.blogspot.gr, για ” Το Γλυκό πουλί της νιότης “

 

GreekStageReview.blogspot.gr, 5/12/2015

ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ

Το καταπληκτικό που συμβαίνει στα εργα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς, είναι πως έχει κανείς διαρκώς την αίσθηση ότι μέσα από τους χαρακτήρες στη σκηνή μιλάει ο ίδιος ο συγγραφέας. Όχι ότι σε έργα άλλων συγγραφέων δεν απαντάται το ίδιο φαινόμενο, αλλά εδώ ο λόγος του “ακούγεται” σχεδόν σαν αντίλαλος σε όσα διαμείβονται πάνω στη σκηνή. Για παράδειγμα στο Γλυκό πουλί της Νιότης, η κεντρική ηρωίδα, η υστερική σταρ Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, δυνατή επί της ουσίας, (κακο)μαθημένη αλλά και με πλήρη επίγνωση των κινδύνων (της επιθυμίας) να ζει κανείς διαρκώς κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, την αναγνώριση, το χάϊδεμα, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό, δεν μπορεί να αποκοπεί από τον αισθαντικό θρήνο μιας γκέι περσόνας για τη νεότητα. Et in Arcadia ego, και βεβαίως τα νιάτα με την ταυτόχρονη ενατένιση του γήρατος, από τους Αλεξανδρινούς μέχρι τον Καβάφη είχαν -και με το παραπάνω- την τιμητική τους.

Όπως και ο σαρκαστικός σχολιασμός των ευκαιριακών σχέσεων με νεότερους άνδρες, για γυναίκες και άνδρες, που όσο κυνισμό κι αν επιστρατεύσει κανείς, έχει επίγνωση της κατάστασης και ότι ο χρόνος πρώτα απ’ όλα ήταν αμείλικτος με εκείνον που είναι μεγαλύτερος στη σχέση των δύο.

Κι εκεί μπορεί να θρηνήσει αλλά και να μισήσει κανείς την ομορφιά και τη νεότητα. Των άλλων. Οι γυναίκες των θυγατέρων τους, οι άνδρες των νεότερων ομοφύλων τους.

Στο Γλυκό πουλί της Νιότης, στο τελευταίο της σκίρτημα προς την ενεργό δράση, η Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, παθιασμένη για μια ακόμα ανάσα ζωής -κυριολεκτικά και μεταφορικά- δεν μπορεί να έχει δίπλα της τον αποτυχημένο, χαμένο κομπάρσο Τσανς. Θα ήταν “βαρίδι” στη φήμη, την ελευθερία και τη ζωή της. Τέτοιες σχέσεις δεν τελεσφορούν παρά μόνο αν είναι να συνενώσουν το αίσθημα αυτοκαταστροφής και των δύο εμπλεκομένων πλευρών, και η ντελ Λάγκο είναι πολύ έξυπνη για να αφεθεί να ρουφήξει λίγο από τον αέρα “επαναφοράς της νιότης” της ένα ευκαιριακό ψωνιστήρι. Ο Τσανς Γουέϊν, όπως λέει και το όνομά του, είναι ένα “αποκύημα” της τύχης. Της τύχης, που είναι τόσο αγαπητή/επιθυμητή, αλλά και τόσο δεύτερη στη λίστα των επιτυχημένων ανθρώπων. Ο Τσανς, ένας τυχαίος, μοιάζει σαν να πήρε το όνομά του πολύ σοβαρά. Ωσότου μετά από άλλη μια αποτυχημένη “ζαριά” θα καταλήξει στα χέρια ενός υπερσυντηρητικού βάρβαρου, να πληρώσει για όσα τυχαία γεγονότα από το παρελθόν του δεν έμαθε, τυχαία έπραξε και σωρευτικά μαθαίνει όταν γυρνάει στη γενέτειρά του να συναντήσει τη μοίρα του.

 

Στο όμορφο θέατρο Άλμα, Το γλυκό πουλί της νιότης, έγινε μια θαυμάσια παράσταση. Μια αληθινή παράσταση, από αυτές που για λίγο σου παίρνουν από τα αυτιά τις φωνασκίες και τα τερτίπια που αφήνει πίσω της ακόμη και στο θεάτρο η στενή ενασχόληση με την τηλεόραση. Με ρυθμό, καλαισθησία, εξαιρετικές ερμηνείες, δικαίωσε ένα δύσκολο έργο και ανάδειξε τα διαφορετικά επίπεδα ερμηνείας αυτού του αγαπημένου κειμένου, που παρουσιάστηκε στην σπουδαία απόδοσή του από τον Μάριο Πλωρίτη. Σκεπτόμενη την παράσταση, μου έρχεται στο νου και η λέξη σεμνότητα, που δεν έχει τίποτε από ταπεινότητα, αλλά σχετίζεται με την ισορροπία και τη σιγουριά που εκπέμπει κάποιος που δε χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, παρά επιβεβαιώνει την αγάπη και την αφοσίωσή του στην τέχνη.

 

Εξαιρετική Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο η Κατερίνα Μαραγκού, πραγματικά σπουδαία, ικανή να κάνει το θεατή να πιστέψει πως βρίσκεται σε μια γωνιά του δωματίου του ξενοδοχείου με τους φοίνικες, μαζί της. Αληθινή κάθε στιγμή. Θαυμάσιοι στο ρόλο τους και οι υπόλοιποι ηθοποιοί της παράστασης: ο Όμηρος Πουλάκης στο δύσκολο ρόλο του τραγικού Τσανς Γουέην, έπλασε σωστά έναν νευρικό, ανεύθυνο, ερωτευμένο, αυτοκαταστροφικό νεαρό. Η Αγγελική Μητροπούλου έξοχη στο ρόλο της Χέβενλυ Φίνλεϋ, εύθραυστης, τσακισμένης και προδομένης νεανικής αγάπης του πρωταγωνιστή. Μετρημένος και πειστικός ο Αργύρης Γκαγκάνης στο ρόλο του Μπος Φίνλεϋ, σκληρού, εγωιστή πατριάρχη μιας προβληματικής οικογένειας που κατά βάθος του μοιάζει. Με ισορροπία και χαμηλούς τόνους ο Τζωρτζ Σκάντερ-Λευτέρης Βασιλάκης, ο επαγγελματικά πετυχημένος ανταγωνιστής του Τσανς Γουέην, αποτυχημένος κι αυτός στα ερωτικά, που έχει να διαχειριστεί τη δύσκολη επίγνωση ότι αποτελεί “λύση ανάγκης” για τους Φίνλεϋ. Εκνευριστικό τσιράκι του πατέρα του, καθόλου καλύτερος από τον Τσανς αλλά πιο τυχερός, ο γιος Τομ Φίνλεϋ-Νικόλας Παπαδομιχελάκης, ένωσε πετυχημένα επάνω του τα αδιέξοδα όλων. Πνιγμένη στα ένοχα μυστικά της οικογένειας, ανίκανη να βοηθήσει ουσιαστικά αλλά με αγάπη για τους αδικημένους εραστές, η ευαίσθητη θεία Νόννη-Βέφη Ρέδη -ως Χορός αρχαίου δράματος.

Κομψότατο και καλοεκτελεσμένο το χορευτικό “ιντερμέδιο” από τους Α. Μητροπούλου και Λ. Βασιλάκη, απολύτως σωστή η μουσική συνοδεία και έξοχα τα κοστούμια, με τις τουαλέτες της κ. Μαραγκού να προκαλούν θαυμασμό στο γυναικείο κοινό. Λιτή, με ρυθμό και δύναμη η σκηνοθεσία της Αναστασίας Ρεβή. Εν ολίγοις, μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε! Το καλό θέατρο πρέπει να μείνει ζωντανό.

 

Κριτική της Σωτηρίας Κεχαγιά από το culturenow.gr, για “Το Γλυκό πουλί της νιότης”

 

Culturenow.gr, 18/11/2016

ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΚΑΓΙΑ

Υπέροχες νοσταλγικές νότες από την εποχή των 60’s και μια νεανική γυναικεία παρουσία με βλέμμα αθώο κι ένα λευκό μπαλόνι στο χέρι μας υποδέχονται στην είσοδο της σκηνής του θεάτρου Άλμα.

Η πρώτη εικόνα μας μεταφέρει στο δωμάτιο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου σε μια πόλη του αμερικανικού Νότου που προσκυνά τη βία, τον ρατσισμό, το δίκαιο της ζούγκλας και τη νίκη του ισχυροτέρου.

Η Αλεξάντρα ντελ Λάγκο, πάλαι ποτέ διάσημη ηθοποιός του κινηματογράφου και νυν σβησμένο αστέρι επαγγελματικά και προσωπικά, αποφασίζει να αποσυρθεί, όπως η ίδια λέει, στην παγερή ατμόσφαιρα της σελήνης όπου οι ώρες διαδέχονται τις ώρες χωρίς νόημα. Ταξιδεύει ινκόγκνιτο μέχρι που συναντά τον νεαρό μασέρ Τσάνς Γουέην και μαζί αποφασίζουν να φύγουν για τη γενέτειρά του στο Σαιντ Κλάουντ, όπου εκείνος με δόλωμα τη γοητεία του θα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει ως εισιτήριο για να αναδειχτεί στο καλλιτεχνικό στερέωμα αλλά και για να ξανακερδίσει τον παιδικό του έρωτα στο πρόσωπο της Χέβενλυ Φίνλευ. Μόλις έχει ξημερώσει Κυριακή του Πάσχα, όμως η Ανάσταση της περασμένης νύχτας δεν έρχεται για όλους.

«Το γλυκό πουλί της νιότης» είναι γεμάτο με αναφορές στις φευγαλέες αξίες της δόξας, της εξωτερικής εικόνας, της εξουσίας. Η συνάντηση των ηρώων γίνεται όταν και οι δύο πια ξεχειλίζουν από αγωνία και ολόκληρη η ύπαρξή τους γίνεται μια κραυγή για βοήθεια. Κι όμως, η απόδραση που ψάχνουν ουδεμία σχέση έχει με τα συναισθήματα. Το μόνο που μετρά είναι το χρώμα του αλκοόλ, των χαπιών και των παραισθήσεων, ενώ πεισματικά επίμονος σκοπός τους είναι να ξεχάσουν το παρόν και να δαμάσουν τον κοινό τους εχθρό, τον χρόνο. Αυτός θα τους κρίνει, θα τους διαψεύσει και θα τους αφήσει με άδεια χέρια. Τι σημαίνει ο χρόνος γι’ αυτούς; Δεν είναι παρά ένας μακρόσυρτος δυναμίτης που τα τινάζει όλα. Ροκανίζει τα πάντα όπως η αλεπού που πιάνεται στο δόκανο και τρώει το πόδι της για να ελευθερωθεί, κι όταν ελευθερωθεί πεθαίνει.

Πέρα από την καταβύθιση στην ψυχοσύνθεση των βασικών χαρακτήρων, ο συγγραφέας Τένεσι Ουίλιαμς ξεμπροστιάζει τον σκοταδισμό της αμερικανικής κοινωνίας: πίσω από το λαμπερό κι ελπιδοφόρο σύνθημα «God bless America» αναδύεται η δυσοσμία από την κατ’ επίφαση ευτυχισμένη οικογένεια, τον σωματικό και ψυχικό ευνουχισμό της μαύρης φυλής, τη θεοποίηση των υλικών απολαβών.

Η σκηνοθεσία της Αναστασίας Ρεβή στο πρώτο μέρος ρίχνει το βάρος στους δύο πρωταγωνιστές με αποτέλεσμα κάποιες στιγμές η ροή να γίνεται αργόσυρτη. Το δεύτερο μέρος είναι πολυπρόσωπο, πιο ενεργητικό και με την πλοκή και τη συναισθηματική φόρτιση να φτάνουν στο αποκορύφωμά τους. Συχνά την προσοχή τραβά το καρδιοχτύπι του ρολογιού, σημάδι του χρόνου που κυλά άπαυστα. Γνήσια και ρεαλιστική η σκηνή στην οποία η συγκίνηση της χαράς κόβει την ανάσα της Πριγκίπισσας σε πλήρη αντίθεση με την απελπισία στην τρεμάμενη φωνή του Γουέην, που σε αντεστραμμένο πια ρόλο εκλιπαρεί έναν καλό λόγο και για εκείνον. Εξαιρετική η απόδοση του κειμένου από τον Μάριο Πλωρίτη με τα άνθη του ποιητικού λόγου να αναμειγνύονται με τη λαϊκή γλώσσα όπου είναι απαραίτητο.

Η Κατερίνα Μαραγκού είναι ψυχή και σώματι η παρηκμασμένη Αλεξάντρα ντελ Λάγκο. Αυταρχική αλλά και καταπτοημένη μια διατάζει μια ικετεύει καθώς χάνεται στους εθισμούς προκειμένου να κατευνάσει την τίγρη που τυραννά τα νεύρα της. Αρνείται ακόμα και την παραμικρή υπόνοια της λέξης θάνατος, τρέμει τα γηρατειά και ζητά να γαντζωθεί από τη ζωή όσο ακόμα η καρδιά ανάμεσα στους ώμους της χτυπά. Φυσική και πειστική στις έντονες μεταπτώσεις της, αλλάζει μεμιάς προσωπείο μόλις η ελπίδα της επιτυχίας αρχίζει να αχνοφέγγει ξανά πετώντας από πάνω της με ευκολία τις κρίσεις πανικού, τη μάσκα οξυγόνου και τον εραστή-παυσίπονο.

 

Ο Τσάνς Γουέην του Όμηρου Πουλάκη διαθέτει την κούφια έπαρση που δίνουν τα νιάτα, η ομορφιά κι ο (ακριβο)πληρωμένος έρωτας. Το όνομά του είναι συνώνυμο της τύχης – στην τύχη χρωστά το ότι γεννήθηκε όμορφος – αλλά και του ρίσκου – διακινδυνεύει τα πάντα και χάνει. Στο βάθος βέβαια κρύβεται η δική του τραυματική ιστορία: ο αυταρχικός πατέρας της πρώτης του αγάπης τον διώχνει από την πόλη κι από τότε μοναδικός του πόθος είναι να ξεχωρίσει, να γίνει κάτι καλύτερο από τους άλλους με την τάχα φτασμένη, τακτοποιημένη και χαμογελαστή ζωή. Ωστόσο, δεν ξεφεύγει ούτε ο ίδιος από τον φόβο των γηρατειών παρά το νεαρό της ηλικίας του.

Η Αγγελική Μητροπούλου είναι η εύθραυστη και τσακισμένη παρουσία της Χέβενλυ Φίνλευ. Ο θυμός και η θλίψη μόνιμη σφραγίδα στο πρόσωπό της, ενώ στα χέρια της κρατά σφιχτά ένα μουσικό κουτί σαν πολύτιμο φυλαχτό απομεινάρι από την παιδική – εφηβική ηλικία, τότε που όλα φάνταζαν πιο αγνά. Μοιάζει η μοναδική εξαίρεση μέσα στον ωκεανό διαφθοράς, γεγονός που τονίζεται κι από τους σκηνοθετικούς συμβολισμούς – το λευκό μπαλόνι και το ξυλάκι με το λευκό μαλλί της γριάς.

Ο Τομ Φίνλευ (Νικόλας Παπαδομιχελάκης) είναι ο αδελφός της Χέβενλυ, παλιός φίλος και νυν ορκισμένος εχθρός του Τσάνς, με ζωή άσωτη κι αποτυχημένη, κάτι που ο πατέρας του δεν παραλείπει να του υπενθυμίζει αδιάκοπα με το πιο απαξιωτικό ύφος. Πειστικός στη σύγκρουση μαζί του και σε πλήρη αρμονία ο λόγος, η κίνηση και οι φυσικές εκφράσεις οργής που καταλήγουν σε μια αποτρόπαια πράξη η οποία σηματοδοτεί και το τέλος της ιστορίας.

Ο Αργύρης Γκαγκάνης δίνει επίσης μια δυναμική ερμηνεία ως Μπος Φίνλευ, παρ’ όλο που υπερτονίζεται η μονοδιάστατη πλευρά του χαρακτήρα του (εμμονή με τα χρήματα, την εξουσία και τις πολιτικές σκοπιμότητες).

Τέλος, την άρτια παράσταση συμπληρώνουν η ταιριαστή και πιστή στο κλίμα μουσική επιμέλεια της Ζηνοβίας Αρβανιτίδη, ενώ οι φωτισμοί του Γιάννη Κατσαρή αποτυπώνουν τη νοσηρή ατμόσφαιρα που ακολουθεί κυρίως το παραλήρημα και τις ψευδαισθήσεις της φαντασίας του πρωταγωνιστικού διδύμου.

 

Κριτική του Κώστα Γεωργουσόπουλου από Τα Νέα για τη “Φθινοπωρινή Ιστορία”

“…Η Κατερίνα Μαραγκού έπλασε το βουλιμικό για τη ζωή ζούδι με κλουνίστικη τεχνική και αποκάλυψε πλευρές του ταλέντου της αδοκίμαστες εώς τώρα. Ο πληθωρισμός της κίνησης, η “φλυαρία” της πειθούς της, η ακροβασία των αισθημάτων και η αφοπλιστική της αφέλεια ως πανούργα στρατηγική μένουν στη μνήμη.

Ο Μιχαλακόπουλος με την αναμφισβήτητη πείρα του και το πηγαίο συναισθηματικό του φορτίο υποδήθηκε τον “δύσκολο”, περιχαρακωμένο στο κάστρο του τάχα μου αυτάρκη με μια έξοχη συνεχή και αδιόρατη παράδοση των όπλων, αφήνοντας κάθε τόσο ανοιχτή μια κερκόπορτα για να διεισδύσει ο πολιορκητής, του οποίου παροξύνει την επιμονή.

Τρίτη βδομάδα που γράφω για παραστάσεις με μοναχικούς ανθρώπους, όπου συρρέει μεγάλο κοινό. Το θέατρο καθρέφτης της κοινωνίας, που έγραφε και ο Σαίξπηρ…”

Κριτική του Γρηγόρη Ιωαννίδη από την Ελευθεροτυπία για τη “Φθινοπωρινή Ιστορία”

“…Το μυστικό της επιτυχίας όμως βρίσκεται αλλού.

Η σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, χωρίς να ταράξει την ισορροπία του έργου, προσπάθησε να μεταδώσει το χαρακτήρα του. Έδωσε αίσθηση ροής στην αποσπασματική, κινηματογραφική του σύνθεση, χρησιμοποίησε έξυπνα το σκηνικό διάδρομο, έφερε στο έργο τη νότα μελαγχολίας και τρέλας του τσίρκου. Κυρίως εκμεταλλέυτηκε το αληθινό στήριγμα του έργου, που είναι βέβαια οι ερμηνείες του.

Το υποδόριο χιούμορ του Μιχαλακόπουλου, η μοναδική του ικανότητα να παίζει με τα ημιτόνια, καθώς και η δύναμη της Κατερίνας Μαραγκού στην υποκριτική υπόδειξη αποτελούν τον απόλυτο εγγυητή της επιτυχίας…”

Κριτική της Ιλεάνας Δημάδη από το Αθηνόραμα για τη “Φθινοπωρινή Ιστορία”

“…”Τι γλυκιά παράσταση”… Με αυτή την επωδό αποχωρούν οι περισσότεροι θεατές της “Φθινοπωρινής Ιστορίας””, ενός τρυφερού lovestory για την τρίτη ηλικία, το οποίο η κατερίνα Μαραγκού και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ερμηνεύουν με ξεχωριστή μαεστρία…

…Ανθρωποκεντρική και ασυνήθιστα τρυφερή, γραμμένη από έναν επιτυχημένο συγγραφέα του σοσιαλιστκού ρεαλισμού, γνωστού επίσης σπό τα έργα του “Καημένε μου Μάρικ” και “Μια ιστορία του Ιρκούτσκ”, η “Φθινοπωρινή Ιστορία” (1975) αφουγκράζεται τους κραδασμούς ενός χαμένου ιδεαλισμού και θέτει το αίτημα για ένα νέο ανθρωπισμό…”

Παρουσίαση της “Φθινοπωρινής Ιστορίας” από το Αθηνόραμα

“Το έργο του Ρώσσου συγγραφέα λειτουργεί σαν βάλσαμο κόντρα στην περιρρέουσα μοναξιά και την κατήφεια και υπόσχεται μια γλυκιά βραδιά θεάτρου, όπως είχε συμβεί και όταν πρωτοανέβηκε το 1977 από τους Έλλη Λαμπέτη και Μάνο Κατράκη.

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος φιλτράρει τον ρόλο του μ’ένα ήπιων τόνων πιπεράτο χιούμορ,θυμίζοντας τον ιατρό Αστρόφ από τον “Θείο Βάνια” του Τσέχοφ: φυτεύει δέντρα και δεν ασχολείται, λέει, πια με τις γυναίκες και τον έρωτα – μέχρι που συναντά την Λίντια στο θεραπευτήριο το οποίο διοικεί ως αρχίατρος και όλη του η συμβιβαστική κοσμοθεωρία ανατρέπεται. Όσο για την Κατερίνα Μαραγκού, μοιάζει να βρήκε ένα ρόλο ζωής στη Λίντια, την αλλοτινή ακροβάτισσα που τώρα εργάζεται ως ταμίας τσίρκου και τυγχάνει, επιπλέον, να είναι η πιο απειθάρχητη τρόφιμος του θεραπευτηρίου. Θυμίζοντας σε ταμπεραμέντο την Αρκάντινα και σε αισθαντικότητα τη Νίνα του τσεχοφικού “Γλάρου”, η γνωστή ηθοποιός εξελίσσει το ρόλο της σταδιακά και, μολονότι παραμένει σφιγμένη κινησιολογικά, κατορθώνει να κλιμακώσει τη συγκίνηση και να κερδίσει τις εντυπώσεις στην παρλάτα του τσίρκου και στο τραγουδιστικό της σόλο για το “θαύμα που δεν κρατάει πολύ”, από τη ρομαντική χαρμολύπη των συνθέσεων της Ευανθίας Ρεμπούτσικα. Συμβολικό, λιτό και συνεπές αποδεικνύεται το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, μια αφαιρετική εκδοχή της τσιρκολάνικης τέντας, φωτισμένη από τον Νίκο Καβουκίδη στην ώχρα των ξεθωριασμένων παλιών άλμπουμ φωτογραφιών. Τέλος, η χαμηλών τόνων, σχεδόν “αόρατη” σκηνοθεσία της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου, με έμφαση εξίσου στους έξυπνους διαλόγους και στον ποιητικό ρεαλισμό της ατμόσφαιρας αλλά και το λυρισμό των μονολόγων των δύο ηρώων, δίχως όμως μελό κορόνες ή φαντεζί εφέ, επιτρέπει στους δύο βετεράνους ηθοποιούς να μας πείσουν για το επί σκηνής ειδύλλιο που πλέκεται ανάμεσά τους και να μας παρασύρουν με την ανθρωπιά της σχέσης τους.”